ΑΡΧΙΚΗ > Εξειδικευμένη Φροντίδα

Authorize the processing of personal data
Edit email address
Invalid email
Email Sent
Authorize the processing of personal data

Κανονικά, η γέννηση ενός νεογνού πραγματοποιείται μεταξύ της 37ης και της 42ης εβδομάδας κύησης.  Μέχρι εκείνη την περίοδο το έμβρυο είναι πλήρως σχηματισμένο και ανεπτυγμένο αρκετά ώστε να είναι σε θέση να προσαρμοστεί στην εκτός της μήτρας ζωή.  Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις η γέννηση μπορεί να συμβεί πριν από την 37η εβδομάδα της κύησης.  Σε αυτή την περίπτωση, το νεογνό θεωρείται πρόωρο, καθώς  ο βαθμός ανάπτυξης των οργάνων εξαρτάται από την ηλικία κύησης.

Η ωρίμανση και η λειτουργικότητα των πνευμόνων είναι κρίσιμη για την επιβίωση.  Με βάση το βαθμό προωρότητας, οι πνεύμονες μπορούν να είναι εν μέρει ή ακόμη και εντελώς ανώριμοι και έτσι δεν μπορεί να εξασφαλιστεί η επαρκής αναπνευστική λειτουργία.

Για δεκαετίες, η Chiesi έχει δεσμευτεί στη νεογνολογία, δουλεύοντας μαζί με την ιατρική κοινότητα για να βελτιώσει το επίπεδο φροντίδας των πρόωρων μωρών.  Χάρη σε αυτή τη σημαντική σχέση, η Chiesi έχει γίνει παγκόσμιος συνεργάτης για νεογνολόγους, φέρνοντας τα φάρμακα της σε περισσότερες από 80 χώρες παγκοσμίως και εργαζόμενοι πάντα για την ανταλλαγή βέλτιστων κλινικών πρακτικών.

ΑΠΝΟΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΩΡΟΤΗΤΑΣ

Η ατελής ανάπτυξη του αναπνευστικού συστήματος και των περιοχών του εγκεφάλου που ρυθμίζουν την αναπνοή είναι ένα κοινό ζήτημα στα πρόωρα βρέφη, με την σοβαρότητα να αυξάνει στα νεογνά με χαμηλό βάρος γέννησης.  Η κατάσταση αυτή έχει ως αποτέλεσμα επεισόδια άπνοιας, που συνήθως ορίζεται ως διακοπή της αναπνοής που διαρκεί περισσότερο από 20 δευτερόλεπτα.  Κλινικά, η διακοπή αυτή μπορεί να συνοδεύεται από βραδύτερο καρδιακό ρυθμό και / ή μείωση της ποσότητας οξυγόνου στο αίμα.  Τέλος, σε ένα νεογνό που εμφανίζει ένα απνοϊκό επεισόδιο μπορεί να εμφανιστεί χλωμός ή κυανοειδής τόνος του δέρματος, σε συνδυασμό με μείωση του μυϊκού τόνου.  Η χαμηλότερη ηλικία κύησης συνδέεται με υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης απνοϊκών επεισοδίων, τα οποία γενικά αρχίζουν μεταξύ 2 και 3 ημερών ζωής.

Τα ασθενέστερα επεισόδια μπορούν να επιλυθούν με απτική διέγερση του νεογνού, ενώ πιο σοβαρά επεισόδια χρειάζονται φαρμακολογική παρέμβαση με διεγερτικά φάρμακα, όπως η καφεΐνη.

Η αδενοσίνη είναι ένας νευροδιαβιβαστής που ρυθμίζει τη δραστηριότητα των νευρώνων και μειώνει την προσπάθεια αναπνοής.  Η καφεΐνη αντιτίθεται άμεσα στο φαινόμενο αυτό εμποδίζοντας την αλληλεπίδραση της αδενοσίνης με τους κυτταρικούς υποδοχείς της, οδηγώντας έτσι σε αυξημένο ρυθμό αναπνοής.

 

ΣΥΝΔΡΟΜΟΜΟ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΗΣ ΔΥΣΧΕΡΕΙΑΣ ΝΕΟΓΝΩΝ (Neonatal respiratory distress syndrome)

Το σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας του νεογνού είναι μια τυπική κατάσταση στα πρόωρα βρέφη.  Το σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας του νεογνού χρησιμοποιείται συνήθως για να περιγραφεί μια σύνθετη κλινική εικόνα των οποίων τα συμπτώματα οφείλονται σε ανωριμότητα του αναπνευστικού συστήματος.  Η σοβαρότητα και η συχνότητα αυτής της παθολογίας συνδέονται άμεσα με το βαθμό της προωρότητας, ενώ τα βρέφη που γεννήθηκαν πριν από την 28η εβδομάδα κύησης είναι σε μεγαλύτερο κίνδυνο.

Η αναπνευστική ανεπάρκεια σε πρόωρα βρέφη με σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας οφείλεται σε έλλειψη του επιφανειοδραστικού παράγοντα, που βοηθά στη δημιουργία ενός βιοφίλμ που καλύπτει τα εσωτερικά τοιχώματα των κυψελίδων.  Ο φυσιολογικός ρόλος του επιφανειοδραστικού είναι να επιτρέψει στους πνεύμονες να επεκταθούν και να αποφευχθεί η κατάρρευση (ατελεκτασια) κατά τη διάρκεια των φάσεων εκπνοής.  Η έλλειψη επιφανειοδραστικού παράγοντα προκαλεί δυσκολία στην αναπνοή, με χαμηλή οξυγόνωση, αυξημένη προσπάθεια αναπνοής και ανάγκη αναπνευστικής υποστήριξης.

Η δεξαμενή του διαθέσιμου επιφανειοδραστικού παράγοντα σε πρόωρο νεογνό είναι συνήθως εξαιρετικά περιορισμένη σε σύγκριση με εκείνη ενός νεογνού και μειώνεται περαιτέρω ως αποτέλεσμα του συνδρόμου αναπνευστικής δυσχέρειας. Όταν είναι απαραίτητο, η χορήγηση εξωγενούς επιφανειοδραστικού παράγοντα μπορεί να ανακουφίσει τα συμπτώματα αυτού του συνδρόμου συμπληρώνοντας την ενδογενή δεξαμενή επιφανειοδραστικού παράγοντα, επιτρέποντας έτσι την ανασύσταση του βιοφίλμ.

ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΕΣ ΠΑΘΗΣΕΙΣ

Οι καρδιαγγειακές παθήσεις (CVD) είναι η υπ’ αριθμόν ένα αιτία θανάτου παγκοσμίως: περισσότερα άτομα πεθαίνουν ετησίως από CVD παρά από οποιαδήποτε άλλη αιτία.

Ο όρος CVD αναφέρεται σε οποιαδήποτε πάθηση που προσβάλλει το καρδιαγγειακό σύστημα, κυρίως τη καρδιαγγειακή νόσο, τις αγγειακές νόσους του εγκεφάλου και των νεφρών και τη περιφερική αρτηριακή νόσος. Οι αιτίες των CVD είναι ποικίλες αλλά η αθηροσκλήρωση και η υπέρταση είναι οι πιο συχνές. Επιπροσθέτως, με την πάροδο της ηλικίας επέρχεται ένας αριθμός φυσιολογικών και μορφολογικών αλλαγών που μεταβάλλουν την καρδιαγγειακή λειτουργία και οδηγούν σε αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων, ακόμα και σε υγιή ασυμπτωματικά άτομα.

Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες κινδύνου είναι η αρτηριακή υπέρταση καθώς αυξάνει σημαντικά την πιθανότητα εμφάνισης καρδιακών, εγκεφαλικών και νεφρό-αγγειακών επεισοδίων. Επιπλέον, η πιθανή συσχέτιση με άλλους προεξέχοντες παράγοντες κινδύνου, όπως η υπερχοληστερολαιμία, το κάπνισμα και ο διαβήτης, οδηγεί σε μια περαιτέρω σημαντική αύξηση της πιθανότητας. Η θεραπευτική προσέγγιση θα πρέπει να είναι εξατομικευμένη και να βασίζεται στον υπολογισμό του συνολικού καρδιαγγειακού κινδύνου λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία, το φύλο, την παλαιότερη εμφάνιση καρδιαγγειακών συμβαμάτων και την παρουσία άλλων σχετιζόμενων παραγόντων κινδύνου.

 

ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΥΓΕΙΑΣ

ΡΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΥΟΣΚΕΛΕΤΙΚΕΣ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ

ΡΕΥΜΑΤΟΕΙΔΗΣ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑ

Η ρευματοειδής αρθρίτιδα είναι μια αυτοάνοση ασθένεια που οδηγεί σε μια χρόνια, συστηματική φλεγμονώδη διαταραχή που μπορεί να επηρεάζει πολλούς ιστούς και όργανα, αλλά προσβάλλει κυρίως τις αρθρώσεις. Είναι μια επώδυνη πάθηση που μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική απώλεια της λειτουργικότητας και της κινητικότητας ή ακόμη και σε αναπηρία εάν δεν ληφθεί η κατάλληλη θεραπεία.

Η διεργασία περιλαμβάνει μια φλεγμονώδη απόκριση της κάψας γύρω από τις αρθρώσεις (αρθρικός υμένας) και χαρακτηριστικά την υπερπλασία και την ανάπτυξη ινώδους ιστού στον αρθρικό υμένα. Η παθολογία της εξέλιξης της νόσου συχνά οδηγεί στην καταστροφή του αρθρικού χόνδρου, σε αγκύλωση των αρθρώσεων και σε διαβρώσεις στα οστά των αρθρώσεων.

 

ΑΓΚΥΛΟΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΠΟΝΔΥΛΙΤΙΔΑ

Η αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα (ΑΣ) είναι μια χρόνια φλεγμονώδης νόσος του σκελετού και αποτελεί μέλος της ομάδας των σπονδυλαρθροπαθειών. Προσβάλλει κυρίως τις αρθρώσεις της σπονδυλικής στήλης και την ιερολαγόνια άρθρωση της πυέλου, και μπορεί να προκαλέσει τελική σύντηξη της σπονδυλικής στήλης. Η πλήρης σύντηξη οδηγεί σε πλήρη ακαμψία της σπονδυλικής στήλης, μια κατάσταση γνωστή ως «σπονδυλική στήλη μπαμπού». Συνήθως αρχίζει κατά τη δεύτερη ή τρίτη δεκαετία ζωής και προσβάλλει συχνότερα τους άνδρες.

Η αιτιολογία της ΑΣ είναι άγνωστη, αλλά ένας συνδυασμός γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων συμβάλλουν στην έκφραση της κλινικής νόσου.

Η έκβαση στους ασθενείς με ΑΣ γενικά είναι καλή σε σύγκριση με τους ασθενείς που πάσχουν από μια νόσο όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα.

 

ΟΣΤΕΟΑΡΘΡΙΤΙΔΑ

Η οστεοαρθρίτιδα, είναι η πιο συχνή μορφή αρθρίτιδας και προσβάλλει εκατομμύρια άτομα παγκοσμίως. Η οστεοαρθρίτιδα, εμφανίζεται όταν ο προστατευτικός χόνδρος στο άκρο των οστών (επίφυση) φθείρεται με την πάροδο του χρόνου.

Ενώ η οστεοαρθρίτιδα μπορεί να προκαλέσει βλάβη σε οποιαδήποτε άρθρωση του ανθρώπινου σώματος, η διαταραχή προσβάλλει κυρίως τις αρθρώσεις στα χέρια, στον αυχένα, στη μέση, στα γόνατα και στο ισχίο.

Η οστεοαρθρίτιδα σταδιακά επιδεινώνεται με την πάροδο του χρόνου. Ωστόσο, οι σύγχρονες θεραπείες μπορεί να επιβραδύνουν την εξέλιξη της νόσου, να ανακουφίσουν τον πόνο και να βελτιώσουν τη λειτουργία των αρθρώσεων.